11/11/09

περπατάω / περπατώ

.
ακροπατώ, βαδίζω (ακροποδητί), βγαίνω για + βόλτα / πεζοπορία / περίπατο / τσάρκα / σεργιάνι, βηματίζω, βολτάρω, βολτετζάρω, γοργοβαδίζω, κάνω + βόλτα / περίπατο / στράτα / τσάρκα, κόβω βόλτες, κρατάω / κρατώ, κυκλοφορώ, οδεύω, οδοιπορώ, πάω (άτα / για βόλτα / για περίπατο / τσάρκα), πεζολατώ, πεζοπορώ, περιδιαβάζω, περιπατώ, περιπλανιέμαι, περιφέρομαι, περπατάω / περπατώ + στα νύχια (μου), πηγαίνω (για βόλτα / για πεζοπορία / για περίπατο), ποδοσέρνομαι, πορεύομαι, προχωράω / προχωρώ, σεργιανίζω, σέρνομαι, σιγ(αν)οπερπατάω / σιγ(αν)οπερπατώ, σκοντάφτω, σουλατσάρω, συγχρονίζω το βήμα μου, σύρομαι, τραβάω / τραβώ + για (…), τριγυρίζω, τριγυρνάω / τριγυρνώ
.

2 σχόλια:

GamingMaster Official είπε...

Ωράιο. Μου αρέσει. ΣΥΝΕΧΊΣΤΕ ΕΤΣΙ!

GamingMaster Official είπε...

ΓΕΙΑ